Το βασικό ερώτημα που βασανίζει την επιστήμη της άθλησης είναι εάν ένας δρομέας βασίζει τις επιδόσεις του στις μεγάλες αποστάσεις σε γεννητικούς (κληρονομικούς) ή επίκτητους (περιβαλλοντικούς) παράγοντες, δηλαδή αποκτώνται κατά την διάρκεια της ζωής τους. Οι γεννητικοί παράγοντες αναφέρονται στην παρουσία ή απουσία γονιδίων που επηρεάζουν σημαντικά την αθλητική επίδοση, καθώς επίσης και την αλληλόδραση μεταξύ διαφόρων γονιδίων. Οι περιβαντολλογικοί παράγοντες αναφέρονται σε προπονητικούς, διατροφικούς, κοινωνικούς και γεωγραφικούς παράγοντες. Επομένως, η προπόνηση είναι πολλά περισσότερα από την απλή διεξαγωγή μιας προπονητικής μονάδας. Συγκεκριμένα είναι μια σύνθετη δραστηριότητα που περιλαμβάνει τόσο ψυχολογικούς (εσωτερικά κίνητρα συνέχισης της προπόνησης) και κοινωνικούς (εξωτερικά κίνητρα συνέχιση της προπόνησης) παράγοντες όσο και πραγματικές δυνατότητες για προπόνηση. Τέλος, ένας σημαντικός παράγοντας είναι εάν υπάρχει η γνώση για την δημιουργία ενός προγράμματος που μπορεί να βελτιώσει τις φυσιολογικές και ψυχολογικές μεταβλητές που είναι σημαντικές για τις επιδόσεις (Anderson, 2013).
Ο Κλεισούρας (1989) μας αναφέρει ότι η συμβολή της κληρονομικότητας είναι καθοριστική για τις ατομικές διαφορές που παρατηρούνται όσον αφορά την αερόβια ικανότητα. Σε έρευνα του με ψευδοδιδύμους και γνησιοδιδύμους απόδειξε ότι ο κληρονομικός παράγοντας καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις ατομικές διαφορές όχι μονάχα της αερόβιας ικανότητας αλλά και την αναερόβια ικανότητα, το ποσοστό των μυϊκών ινών και σε πολλές άλλες παραμέτρους του συστήματος μεταφοράς και κατανάλωσης οξυγόνου.
Ποιο είναι το ποσοστό της αερόβια ικανότητας που καθορίζεται από την κληρονομικότητα και ποιο από την προπόνηση;
Διάφορες έρευνες έχουν αποδείξει ότι οι γεννητικοί παράγοντες επηρεάζουν την επίδοση από 40% έως 80%. Επίσης, μια σημαντική έρευνα που μετρούσε τους παράγοντες επίδοσης σε συγγενικά άτομα (πατέρας, μητέρα και παιδιά) και σε ένα πλήθος 86 οικογενειών, απόδειξε ότι οι γεννητικοί παράγοντες ευθύνονται περίπου στο 51% για την επίδοση των ατόμων, ενώ το υπόλοιπο 49% σχετίζεται με προπονητικούς, διατροφικούς, ψυχολογικούς και άλλους παράγοντες. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι οι γεννητικοί παράγοντες παίζουν ένα καθοριστικό ρόλο στην επίδοση του αθλητή, αλλά είναι αδύνατο να καθοριστεί για ένα άτομο σε ποιο βαθμό η επίδοση του βασίζεται σε γεννητικούς ή περιβαλλοντικούς παράγοντες, αλλά ούτε αυτή η γνώση θα έχει ένα πρακτικό αντίκτυπο στην προπόνηση (Anderson, 2013).
Από την άλλη ο Κλεισούρας (1989), ύστερα από πολλές έρευνες που έχει διεξάγει με ψευδοδιδύμους, μας αναφέρει ότι η αερόβια ικανότητα ενός ατόμου κυμαίνεται μέσα σε προκαθορισμένα κληρονομικά όρια που μπορούν να μετατοπισθούν ελάχιστα με την προπόνηση. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι η αερόβια ικανότητα καθορίζεται κληρονομικά μέχρι 70%, ενώ 30% επηρεάζεται από την προπόνηση (ποσοστό το οποίο δεν είναι καθόλου αμελητέο). Επομένως, η προπόνηση μπορεί να ανεβάσει την αερόβια ικανότητα από χαμηλή στάθμη σε μέτρια, από μέτρια σε υψηλή, και από υψηλή σε πολύ υψηλή, αλλά ποτέ να την εξακοντίσει από χαμηλή σε υψηλή ή από μέτρια σε πολύ υψηλή. Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι μερικά άτομα με μειονεκτικούς γονότυπους χρειάζεται να γυμνάζονται έντονα για να αποκτήσουν μια μέτρια αερόβια ικανότητα, ενώ άτομα με πλεονεκτικότερη έμφυτη δυνατότητα δε χρειάζονται παρά ένα ελάχιστο ερέθισμα για να διατηρήσουν την υψηλή τους αερόβια ικανότητα.
Εν κατακλείδι, οι έρευνες μας έχουν δείξει ότι η αερόβια ικανότητα καθορίζεται τόσο από γεννητικούς (το μεγαλύτερο ποσοστό) όσο και περιβαντολλογικούς παράγοντες, αλλά το ακριβές ποσοστό επιρροής σε κάθε άτομο είναι άγνωστο, όμως και η γνώση αυτών των ποσοστών δεν θα είχε κανένα πρακτικό αντίκτυπο στην προπόνηση του.
Βιβλιογραφία
Anderson, O. (2013). Running Science. United States: Human Kinetics
Κλεισούρας, Β. (1989). Εργοφυσιολογία, φυσιολογική βάση της μυϊκής προσπάθειας. Αθήνα: Γ. Παρισιανός
